Οι περισσότεροι αρχιτέκτονες αντιγράφουν έναν –ισμο- Νεοκλασικισμό, Μοντερνισμό, Μεταμοντερνισμό, Μινιμαλισμό κ.τ.λ. μιμούνται δηλαδή (και αν ακόμη παρατηρούν) με κάθε λεπτομέρεια και με προσοχή τον –ισμό που αντιγράφουν αλλά δεν βλέπουν. Δεν βλέπουν τις γενεσιουργές αιτίες, αυτά που κρύβονται είτε είναι πολιτικοί, οικονομικοί, ή κοινωνικοί παράγοντες και συμφέροντα που τους χειραγωγούν ώστε σαν φερέφωνα να λειτουργήσουν για την επιδίωξη των συμφερόντων τους, είτε είναι η βαθύτερη ουσία της φύσης. Σαν ανθρώπινα όντα φαίνεται ότι έχουμε τη ροπή να αντιγράφουμε άλλους. Αντιγράφοντας τις σκέψεις και όσα ακούμε από άλλους κάνουμε τα πρώτα μας βήματα στην εκπαίδευση. Επίσης θεωρούμε σοφό να αντιγράφουμε τις ιδέες και τους τρόπους των πιο επιτυχημένων ανάμεσα μας, είτε είναι ο τρόπος ενδυμασίας τους είτε τα σπίτια τους είτε τα έπιπλα τους. Η μόδα, η μίμηση των celebrities το lifestyle κ.τ.λ. είναι στις προτεραιότητες του νεοέλληνα (και όχι μόνο). Η μίμηση είναι τόσο σημαντική στην επιβίωση του ανθρώπου όσο και τα γονίδια του. Ωστόσο μετά την περίοδο της εφηβείας θα έπρεπε λογικά να έρχεται και η περίοδος της ωριμότητας του προβληματισμού της γνώσης και της απεξάρτησης από τη μίμηση.
Υπάρχει ένας κόσμος μέσα στο μυαλό του καθενός αλλά ταυτόχρονα και ένας κόσμος (ο ίδιος) που περιβάλλει τον κάθε άνθρωπο. Σκοπός είναι η αρμονική ισορροπία των δύο αυτών κόσμων. Στην αρχιτεκτονική αυτό το παιχνίδι είναι παιχνίδι για τρείς. Είναι ο κόσμος μέσα στο μυαλό του αρχιτέκτονα σύμφωνα με τον τρόπο σκέψης του, ο τρόπος σκέψης του εντολέα του έργου (του κατοίκου) και τα δεδομένα της κοινωνίας.
Κοινωνία δεν είναι μόνο το κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο θα κατασκευασθεί το έργο. Κοινωνία είναι οι απαρχαιωμένοι οικοδομικοί κανονισμοί η απίστευτη γραφειοκρατία, η διαφθορά η κατάντια των πολεοδομικών υπηρεσιών και γενικά ο τρόπος που σε αντιμετωπίζει το δημόσιο. Έλεγε ο Γιάννης Τσαρούχης “… είδα το μάταιο και το δονκιχωτικό μιας τέτοιας αντιστάσεως, είδα τον εαυτό μου σαν ηλίθιο που θέλει ν’ άχει αντιρρήσεις γι’ αυτόν τον απαίσιο και λυσσασμένο χορό του Ζαλόγγου για την ομαδική αυτοκτονία ενός λαού. Όχι για την ελευθερία αλλά για την υποδούλωση του. Ίσως μια μέρα οι Έλληνες ξυπνήσουν και καταλάβουν και εγκρίνουν τα όσα γράφω τώρα. Τόσα πολλά αγράμματα τσογλάνια. τι φρίκη Θεέ μου.” Οι περισσότεροι νεοέλληνες ζητούν χοντροκομμένες απλοϊκές και λαϊκιστικές αλήθειες προτιμώντας να ακούν ευχάριστα ψέματα, στην πλειοψηφία τους δε είναι συντηρητικοί και απεχθάνονται την καινοτομία. Ο νεοέλληνας χαρακτηρίζεται από την προσπάθειά του για την απόκτηση χρήματος & την προβολή του μέσα από αυτό για την έλλειψη παιδείας & μέτρου και τέλος από τα ”κονέ “ δηλαδή να κάνει τη δουλεία του όχι με την αξία του αλλά με τις δημόσιες σχέσεις του (π.χ. κουμπαριές).
Ο αρχιτέκτονας σήμερα συνήθως αναλαμβάνει την αρχιτεκτονική μελέτη και κατασκευή κτηρίων που προορίζονται για ανθρώπους τους οποίους γνωρίζει ελάχιστα η καθόλου. Το αποτέλεσμα αυτής της απρόσωπης σχέσης είναι ο τρόπος σκέψης του αρχιτέκτονα, οι εμμονές του και τα μηνύματα του να καπελώνουν τον ιδιοκτήτη του έργου (μέχρι και την παραμικρή λεπτομέρεια) και να μην έχουν σχέση με τον χρήστη του κτηρίου. Έτσι βρίσκονται κάποιοι άνθρωποι οι οποίοι δεν έχουν καμία σχέση με τον μοντερνισμό η τον μινιμαλισμό (δηλαδή με τον απόλυτο τρόπο σκέψης που αυτά φέρουν) να είναι υποχρεωμένοι να τα αποδεχθούν και να κατοικήσουν κτήρια που δεν αντιστοιχούν στα δικά τους δεδομένα ποιότητας ζωής και σημαντικότητας (που συνήθως βέβαια είναι ασαφή πολύπλοκα και αντιφατικά) τα οποία εάν ενσωματωνόντουσαν στην αρχιτεκτονική μελέτη θα τους δυνάμωναν ως προς την πραγματοποίηση των στόχων τους και θα μπορούσαν να τους φέρουν ένα μέρος από την απαραίτητη ισορροπία στη ζωή τους. Κατόπιν των ανωτέρω είναι αυτονόητο ότι το ”γούστο του πελάτη” έχει να κάνει με την ωριμότητα και την παιδεία του. Τα συνήθως ζητούμενα επίπεδα σημαντικότητας του νεοέλληνα ”πελάτη” είναι:
1. ) Το κτήριο να είναι “μοδάτο” να ακολουθεί έναν –ισμό – αυτό των περιοδικών (σήμερα φοριέται ο μινιμαλισμός) χωρίς να γνωρίζει όμως τι κρύβεται πίσω από αυτόν τον –ισμό φθάνει να μιμηθεί τις κατασκευές της άρχουσας τάξης για επίδειξη και μόνον αλλά σε μικρό πακέτο.
2.) Το κτήριο να φαίνεται πολυτελές αλλά με φθηνό κόστος κατασκευής όπως κουφώματα αλουμινίου σαν ξύλινα, πλακάκια σαν μαρμάρινα κ.τ.λ. (ως εκ τούτου όλες οι νεοαναγειρόμενες πολυκατοικίες πριν την κρίση ήτανε υπερπολυτελείς κατασκευές). Ωστόσο ένα κτήριο μπορεί να είναι κτισμένο με πανάκριβα υλικά και να είναι φτωχό η να είναι κτισμένο με απλά υλικά και να είναι πλούσιο.
3.) Το κτήριο να έχει μεγάλους άνετους χώρους με μεγάλα ανοίγματα, μεγάλες κρεβατοκάμαρες για διπλά κρεβάτια 2,00 επί 2,20 m κάτι που να κάνει “μπαμ “ στο μάτι αλλά με λίγα συνολικά τετραγωνικά κτηρίου. Επίσης ήτανε απαραίτητο και το μεγάλο garage για να χωράει το μελλοντικά αγορασμένο τζιπ.
4.) Το κτήριο να είναι απλό και άμεσα κατανοητό ώστε να το καταλάβει αμέσως και να το περάσει στη μνήμη του ταυτίζοντας το άγνωστο με γνωστά του αντικείμενα όπως “ ένα σπίτι σαν καράβι”. Ωστόσο όμως το απλό γίνεται γρήγορα απλοϊκό ανιαρό και βαρετό και μόνον εάν μέσα του κρύβει την πολυπλοκότητα μπορεί να τον γοητεύσει διαχρονικά και να τον κάνει ευτυχισμένο.
5.) Το κτήριο να έχει τη λογική της καθαριότητας και της αποστείρωσης όπως να μην μπαίνει σκόνη από τις μπαλκονόπορτες, να μην μπαίνει ήλιος και χαλά τα έπιπλα, τα δένδρα του περιβάλλοντος χώρου να μην είναι φυλλοβόλα και καρποφόρα (όπως οι μπουκαμβίλιες, οι ελιές οι μουριές) γιατί βρωμίζουν με τα φύλλα τους την αυλή η το μπαλκόνι κ.τ.λ. αγνοώντας μια βασική αρχή βέβαια ότι σε ένα κτήριο αναζητείται μια ισορροπία μεταξύ της καθαριότητας του ατόμου και του περιβάλλοντος του και όσο πιο καθαρά είναι τα ρούχα μας τόσο πιο βρώμικο είναι το περιβάλλον μας.
6.) Το κτήριο να δίνει έμφαση στις λεπτομέρειες και όχι στην ουσία (πιο πολύ επικεντρώνεται στις πρίζες τα πόμολα και τα πλακάκια παρά π.χ. στη θέση του τζακιού η στη λειτουργία των χώρων).
Το έργο του αρχιτέκτονα απευθύνεται και στον κάτοικο (χρήστη) και στο κοινωνικό σύνολο (εξωτερικό θεατή του έργου) στέλνοντας μηνύματα προς όλους τους αποδέκτες. Απευθύνεται σε όσους δεν εθελοτυφλούν, θέλουν να δουν και να καταλάβουν να ονειρευτούν και να ελπίσουν. Ο ρόλος του αρχιτέκτονα είναι (με τις ισορροπημένες και καινοφανείς λύσεις του) να προκαλέσει καταρχάς την περιέργεια του χρήστη και του κοινωνικού συνόλου, να τους προβληματίσει για τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα, να τους γοητεύσει με την ουσία του αρχιτεκτονικού έργου (όπως θα αναλυθεί παρακάτω) ακόμα και να εκπαιδεύσει αμφότερους ότι το σύνδρομο του lifestyle και των -ισμων είναι άνευ ουσίας και σημασίας και είναι αρχιτεκτονική της επίδειξης και μόνον (σε κάποιους βέβαια αυτό είναι το ζητούμενο). Το κτήριο δεν είναι μόνον ένα απλό εμπορεύσιμο προϊόν έχει σώμα ψυχή και πνεύμα όπως και ο κάτοικος που θα το κατοικήσει και μπορεί να αλλάξει προς το καλλίτερο η προς το χειρότερο τη ζωή και του κατοίκου και της κοινωνίας. Ένα έργο όπως το μουσείο του Guggenheim στο Bilbao της Ισπανίας άλλαξε το οικονομικό μέλλον του τόπου και ο Παρθενώνας έδωσε το διαχρονικό στίγμα της Αθηναϊκής δημοκρατίας. Ακόμα όμως και σαν εμπορεύσιμο προϊόν το κτήριο που “ έχει αρχιτεκτονική” έχει υπεραξία πολλή περισσότερη από την αξία των υλικών πού το απαρτίζουν. Το σώμα η ψυχή και το πνεύμα του κτηρίου είναι οι κατευθυντήριοι άξονες οι οποίοι συνυπάρχουν χωρίς ιεραρχία (πρωτεύοντος και δευτερεύοντος) και λειτουργούν ταυτόχρονα στο ίδιο επίπεδο με πιθανή τη στιγμιαία έξαρση κάποιου ανάλογα με το πρόβλημα που πρέπει να επιλυθεί. Ο αρχιτέκτονας μέσω της μελέτης και της κατασκευής του κτηρίου θα όφειλε να καλύψει ταυτόχρονα τις ανάγκες και των τριών συνιστωσών της ύπαρξης του χρήστη.
Α. Να καλύψει τις ανάγκες του σώματος του χρήστη με ένα κτήριο που θα τον προστατεύει από τις καιρικές συνθήκες, τους σεισμούς τις πλημμύρες κ.τ.λ. με μια βιοκλιματική αρχιτεκτονική όπου με κατάλληλο προσανατολισμό, φωτισμό, αερισμό και φυσικό δροσισμό το κτήριο να ενσωματώνεται στο φυσικό περιβάλλον του. Με μεγάλα ανοίγματα στη νότια πλευρά (αλλά προστατευμένα με σκίαστρα) που αφήνουν τη διείσδυση της ηλιακής ακτινοβολίας στο εσωτερικό του (κυρίως το χειμώνα) και με μικρότερα στη βόρεια ώστε να δημιουργείται εσωτερικό ρεύμα αέρα (με κατάλληλο όμως πλάτος κτηρίου) με την κατασκευή ηλιακών χώρων (θερμοκηπίων), τοίχων trombe, αυλών, φυτεμένων στεγών, ενεργειακών φλοιών κ.τ.λ. να επιτυγχάνονται συνθήκες θερμικής άνεσης και ευχάριστου μικροκλίματος για τον ένοικο και έτσι να αποφεύγεται η κατασκευή ενός ακόμη άρρωστου κτηρίου. Η βιοκλιματική αρχιτεκτονική δεν είναι μόδα (όπως πλασάρεται σήμερα) ούτε τεχνολογικό επίτευγμα όπου η τεχνολογία καλύπτει βασικά τις ανάγκες των εταιριών που παράγουν φωτοβολταικά και ηλιακούς συλλέκτες αλλά ουσιαστική ανάγκη αυτονομίας και υγείας του κτηρίου και του κατοίκου. Στη βιοκλιματική αρχιτεκτονική δεν υπάρχει το δίπολο ο άνθρωπος και η φύση διότι ο άνθρωπος είναι η φύση.
Β. Να καλύψει τις ανάγκες της ψυχής του κάτοικου με ένα κτήριο ευνοϊκής χωροθέτησης της οικοδύναμης του (fensui). Ο αρχιτέκτονας θα έπρεπε να είναι ένας χωροθεραπευτής ο οποιος να χωρογραφεί αρμονικά το χωροχρόνο ώστε να φεύγει η στενο-χώρια από τον άνθρωπο (τον κάτοικο και την κοινωνία) να προκαλεί βιωματικές εμπειρίες που με τη σειρά τους να διεγείρουν τον εγκέφαλο και να αυξάνουν την παραγωγή ενδορφινών. Ότι εισπράττουμε με την υλικοπνευματική μας υπόσταση (σώμα – ψυχή -πνεύμα) μετατρέπεται στον εγκέφαλο σε βιοηλεκτρικά μηνύματα τα οποία διεγείρουν την παραγωγή ενδορφινών προκαλώντας την αίσθηση της ευτυχίας. Ο εγκέφαλος δεν μπορεί να κάνει διάκριση ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη μη πραγματικότητα αρέσκεται δε σε διαρκώς καινούργια πράγματα και εκπλήξεις. Η δημιουργία μη συνηθισμένων και μη τυποποιημένων χώρων (σε συνδυασμό όμως με τους ήδη γνωστούς χώρους ώστε να μην δημιουργείται αίσθημα ανασφάλειας), η ανάκληση ευτυχισμένων αναμνήσεων μέσω συμβολισμών και το απρόσμενο (με μέτρο όλα αυτά) μπορούν να δημιουργήσουν εκκρίσεις ενδορφινών και αίσθημα ευτυχίας στον κάτοικο αλλά και στον κοινωνικό περίγυρο. Η ποιητική αυτή αρχιτεκτονική δεν είναι κραυγαλέα όπως δε έλεγε και ο Ηράκλειτος “Αρμονίης αφανής φανερής κρείττων”. Η αφανής αρμονία είναι καλλίτερη από την φανερή. Ο δε PaulValery έγραφε στο- Ευπαλίνος η ο αρχιτέκτων –για ένα κτήριο ”Μπροστά σ’ έναν όγκο αλαφρωμένο με χάρη και με την απλούστερη εμφάνιση, κανείς δεν έπαιρνε είδηση πως κάτι ανεπαίσθητες καμπύλες κάτι απειροστές αποκλίσεις, του δίναν ένα είδος ευτυχία, και κάποιοι βαθύτατοι συνδυασμοί κανονικών και ακανόνιστων σχέσεων, που είχε εισαγάγει κρυφά και που είχαν καταντήσει τόσο κυριαρχικοί, όσο ήταν απροσδιόριστοι. Ο θεατής που μετάλλαζε θέση υπακούοντας στην αόρατή τους παρουσία περνούσε από το ένα όραμα στο άλλο και από τη βαθιά σιωπή στο ηδονικό μουρμούρισμα, καθώς προχωρούσε, οπισθοχωρούσε, ξαναπλησίαζε και πλανιόταν μες στην ακτίνα του έργου, κινημένος απ’ αυτό το ίδιο μπαίγνιο μοναχά του θαυμασμού του”.
Γ. Τέλος να καλύψει τις ανάγκες του πνεύματος του ένοικου με ένα κτήριο που θα τον βοηθήσει να διερωτηθεί δίνοντας του αφορμές και ερεθίσματα και πιθανώς να κατανοήσει εν μέρει τους νόμους που διέπουν το νοηματικό βάθος του κόσμου και της κοινωνίας που είναι μέρος και μέλος της αντίστοιχα. Όπως ότι το 99,99% του χώρου στον μικρόκοσμο (το άτομο) αλλά και στον μεγαλόκοσμο (στους γαλαξίες) είναι κενός χώρος (εάν το άτομο ήταν ένα ποδοσφαιρικό γήπεδο ο πυρήνας του θα ήταν ένα μυγάκι στο κέντρο του και το ηλεκτρόνιο θα περιφερόταν στην τελευταία σειρά θέσεων του γηπέδου, όλο το υπόλοιπο θα ήταν ένα κενό γήπεδο) και ότι το εναπομένον 0,01% μετασχηματίζεται αέναα δημιουργώντας παλλόμενες μορφές υλοενέργειας μέσα στον χωροχρόνο. Τα μηνύματα αυτά μπορούν να περάσουν στο κτήριο με συμβολικό τρόπο όπως με την κυριαρχία του κενού στην αρχιτεκτονική σύνθεση, τη διάλυση των ορίων του κτηρίου κ.τ.λ. Ο συμβολισμός είναι τόσο σημαντικός που στην αρχαία Ελλάδα τα σχεδιασμένα μάτια στις τριήρεις ήταν τόσο σημαντικά όσο και η κατασκευή του σκαριού. ‘Έργο του αρχιτέκτονα είναι επίσης να πληροφορήσει και να προβληματίσει τον χρήστη για το χάλι των πολυκατοικιών και των πόλεων όπου ζει, ότι είναι αποτέλεσμα χειραγώγησης των περισσοτέρων αρχιτεκτόνων οι οποίοι μέσω του μοντέρνου κινήματος της αρχιτεκτονικής τέθηκαν στην υπηρεσία της ανερχόμενης τότε (αρχές του αιώνα) κεφαλαιοκρατικής τάξης η οποία έβαλλε και τους κανόνες για την μαζική τυποποιημένη απολυταρχική κατασκευή κουτιών προς εξυπηρέτηση και μόνον των βιομηχανιών. Η “κατοικία μηχανή”, η δικτατορία της ευθείας η καθολική ρήξη με την παραδοσιακή αρχιτεκτονική είναι μέρος μόνον του απόλυτου τρόπου σκέψης αρχιτεκτόνων, πολιτικών και βιομηχάνων που όλοι μαζί δημιούργησαν τη σημερινή έξαρση της κρίσης προς όφελος και μόνον του κεφαλαίου επιβάλλοντας την αισθητική της δήθεν καθαρότητας και απλότητας χωρίς μέτρο. Διότι σε διαρκή κρίση βρισκόμαστε από τότε που κυριάρχησε ο τεμαχισμός της επιστήμης από τη θρησκεία της θρησκείας από την τέχνη, της ουσίας από τη μορφή και της ύλης από το πνεύμα.
Πραγματικό είναι αυτό που βιώνουμε νομίζοντας ότι είμαστε ξύπνιοι, ονειρικό δε αυτό που βιώνουμε νομίζοντας ότι κοιμόμαστε. Το σύνολο της πραγματοονειρικής βίωσης είναι η ζωή μας. Αυτή τη ζωή καλείται να εκφράσει ο αρχιτέκτονας στη μελέτη και την κατασκευή του κτηρίου εάν θέλει να εναρμονίσει τη ζωή του κατοίκου με τη ζωή του κτηρίου που θα κατοικήσει και με τη φύση που τους περιβάλλει. Σκοπός του αρχιτέκτονα είναι να δώσει ελπίδα (στον εαυτό του στον κάτοικο και στην κοινωνία) ότι παρά τα δεινά που προαναφέρθηκαν αλλάζοντας νοοτροπία (τρόπο σκέψης) κάνοντας επιλογές που στοχεύουν στην ουσία (και όχι αυτές που προσπαθούν να του πλασάρουν προς όφελος της κατανάλωσης και μόνον) και δείχνοντας στη μύγα την έξοδο από τη μυγοπαγίδα ίσως το αύριο να είναι λίγο καλλίτερο. Ο ίδιος ο αρχιτέκτονας που πάνω του πέφτει το περισσότερο βάρος όλου του συντονισμού της αρχιτεκτονικής σύνθεσης πρέπει πρώτα και πάνω από όλα να γίνει πρώτα άνθρωπος και μετά αρχιτέκτονας. Όπως έλεγε και ο AlbertEinstein “Μην πασχίζεις να γίνεις άνθρωπος επιτυχίας αλλά άνθρωπος αξίας”.